|
ΟΙ
ΤΕΧΝΙΤΕΣ ΤΗΣ
ΠΕΤΡΑΣ
Σχεδόν
όλοι οι άνδρες
του χωριού μέχρι το 1960, ασχολούνταν με οικοδομικές δραστηριότητες.
Είτε είναι εργολάβοι,
είτε οι περισσότεροι με το
μεροκάματο. Σχεδόν όλοι είναι κτίστες. Πήραν την τέχνη αυτή από τους
πατεράδες
τους που παλιά μ' ένα μουλάρι, ένα ψυχογιό, με το σφυρί και με το ζύγι
έφθαναν
μέχρι τη Ρούμελη και το Μοριά, κτίζοντας και κάνοντας χρόνια μερικές
φορές να
επιστρέψουν στο χωριό τους, στα σπίτια τους.
Γι' αυτούς η Ρούμελη και ο Μοριάς ήταν
μαύρη ξενιτιά. Όλοι τους έχουν
αφήσει πίσω τους τα σημάδια της τέχνης τους, στην αρχή με την πέτρα
αλλά και
αργότερα με το μπετόν και το τούβλο. Μέχρι και σήμερα ακόμη, υπάρχουν
Αγιοκοσμίτες τεχνίτες, που εργάζονται στην οικοδομική τέχνη, δημιουργώντας έργα τέχνης. Στα
δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, η
ζωή των κατοίκων του χωριού μας, έγινε πολύ δύσκολη, από τη μια η
συμπεριφορά
των Τούρκων, οι αβάσταχτοι φόροι, η εκμετάλλευση της περιουσίας τους
από τους
κατακτητές, και από την άλλη, οι συνεχείς πληθυσμιακές μετακινήσεις, οι
επιδρομές των Τουρκαλβανών, τους ανάγκασαν να στραφούν σε άλλες
ασχολίες,
κυρίως στην οικοδομική τέχνη και άλλες περισσότερο προσοδοφόρες
απασχολήσεις,
όπως η επεξεργασία της πέτρας, που μπορούσαν να εξασκήσουν μακριά από
τα σπίτια
τους και τα χωριά τους. Σ’ αυτό επάγγελμα
της κτιστικής, με το πέρασμα των χρόνων,
αναδείχθηκαν από
τους κορυφαίους τεχνίτες της πέτρας, σπουδαίοι καλφάδες, με ικανότητες
σχεδίασης ακόμη, κατασκευής και άριστοι λαξευτές
της πέτρας. Οργανώνονταν παρέες, τις περισσότερες
φορές συγγενείς μεταξύ τους, τα γνωστά
«μπουλούκια» με όλες τις ειδικότητες (χτίστες, ξυλουργοί,
σιδεράδες, κλπ),
ταξίδευαν στη Θεσσαλία, τη Μακεδονία, τη Στερεά Ελλάδα και αργότερα στα
Βαλκάνια
αλλά και στην Κωνσταντινούπολη ακόμη, όπως ο Δημήτριος. Μελτσάκος, ο Χρήστος. Κουτσονίκος, ο Κουμπούρας, ο
Χριστόδουλος Τόλιος, Παναγιώτης Κουτσονίκος και άλλοι. Όλες οι εργασίες
οποιουδήποτε έργου γίνονταν εξ ολοκλήρου από το
«μπουλούκι», από την εξόρυξη
της πέτρας μέχρι και τη σκεπή. Βασικά υλικά τους ήταν η πέτρα, η λάσπη
από
νερό, άμμος και ασβέστης. Τα απαραίτητα και χρήσιμα εργαλεία πολλά και
ποικίλα:
το καλέμι, το σφυρί, το αλφάδι, το τρίγωνο, η αρίδα, το μακόνι, η
γωνιά, το
τσοκαντήρι, το σκεπάρνι, ο κολαούζος, το ματσακόνι, η τσάπα, το πριόνι
και το
πηλοφόρι. Όσο πιο αργά
και σταθερά δουλεύανε, τόσο
πιο καλοί μαστόροι ήταν. Τραγουδούσαν και σφύριζαν στο πελέκημα για να
ξεχνιούνται και να μη βιάζονται γιατί μια άσχημη «καλεμιά»,
ήθελε παραπάνω ώρες
δουλειά. Οι τεχνίτες, απολάμβαναν της υπόληψης και του σεβασμού και από
τον λαό
και από τον Τούρκο κατακτητή. Οι μάστορες, «οι Κουδαραίοι» όπως
τους
λέγανε στη συνθηματική τους γλώσσα (από το «κούδα» που
σημαίνει πέτρα),
οργανωμένοι σε παρέες, τα περίφημα «μπουλούκια»,
«όργωναν» όλη την Ελλάδα και
έχτιζαν εκκλησιές, σπίτια, καμπαναριά, χάνια και γεφύρια.
ΤΑ
ΜΠΟΥΛΟΥΚΙΑ ΤΩΝ
ΜΑΣΤΟΡΩΝ
Τα μπουλούκια των μαστόρων, στηρίζονταν
λειτουργικά στο εθιμικό δίκαιο, σε άγραφους, αυστηρούς κανόνες: τα
μαθητούδια,
τα τσιράκια, τους καλφάδες, και τους μάστορες. Στην κορυφή επικεφαλής
του
μπουλουκιού βρισκόταν ο πρωτομάστορας (κάλφας) ο οποίος έπρεπε να
συγκεντρώνει
συγκεκριμένες ικανότητες και δεξιότητες. Να είναι ευρηματικός,
οργανωτικός,
σχεδιαστής με καλλιτεχνικό ένστικτο και δημιουργική εικαστική
εκφραστικότητα,
να έχει τολμηρή φαντασία, να είναι καπάτσος στην εκτέλεση δύσκολων
εργασιών,
αλλά και στο παζάρεμα της δουλειάς. Τα έργα του χαράζονταν επί τόπου με
μόνο
μέτρο τον άνθρωπο και τις ανάγκες του. Ο ίδιος φρόντιζε για την
εξεύρεση
εργασίας, την πληρωμή των μαστόρων και επιστατούσε γενικά στο
μπουλούκι.
Εργαζόταν και αυτός συχνά στα θεμέλια της οικοδομής, στις προσόψεις και
στις
γωνιές που «κλείδωναν» τα αγκωνάρια. Οι
ανειδίκευτοι εργάτες, τα τσιράκια του
μπουλουκιού, έφτιαχναν τη λάσπη και κουβαλούσαν με το πηλοφόρι, την
ειδική
ξύλινη σκάφη. Άλλη εργασία των μαθητευόμενων ήταν να σπάνε και να
κουβαλούν με
τα ζώα τις πέτρες, ασβέστη και άμμο, αγκωνάρια ή πρέκια για
πόρτες και
παράθυρα, και να μαθαίνουν κοντά στους μαστόρους την τέχνη. Οι
περισσότεροι
τεχνίτες από αυτούς, ήταν τελείως αγράμματοι, χωρίς την παραμικρή
μηχανική
γνώση. Και όμως ο πρωτομάστορας ήταν ο αρχιτέκτονας του έργου.
Χρησιμοποιούσαν
το τούβλο και το κεραμίδι στους κάμπους, τις πέτρες και τις πλάκες στα
ορεινά
και τα πετρώδη ( όπου έχτιζαν ξερολιθιά δίχως λάσπη) και τα άφθονα ξύλα
των
δασών, για τις ξυλοδεσιές.
ΤΑ
ΕΘΙΜΑ ΤΩΝ
ΜΑΣΤΟΡΩΝ
Σε κάθε έργο και ιδιαίτερα στην οικοδομή,
δύο ήταν οι πιο σημαντικές στιγμές: τα θεμέλια και η στέγη. Στα θεμέλια
διαβαζόταν από τον παπά αγιασμός. Στο πρώτο αγκωνάρι χάραζαν έναν
σταυρό και
κάτω από την πέτρα έβαζαν μεταλλικό νόμισμα. Ακολουθούσαν κεράσματα από
το
νοικοκύρη και τους συγγενείς του, τα οποία ήταν «τυχερά»
των μαστόρων. Επίσης, έκοβαν
έναν κόκορα και με το αίμα ράντιζαν τα θεμέλια. Η πιο συγκινητική
στιγμή και
για το νοικοκύρη και για τους μαστόρους ήταν όταν το σπίτι έφτανε στη
σκεπή.
Εδώ υπήρχε μια ολόκληρη τελετή που ονομαζόταν «μπαξίσια»,
τα δώρα του
αφεντικού, των συγγενών του και των φίλων του, για το νέο σπίτι. Αυτά
ήταν
συνήθως υφάσματα, πουκάμισα, πετσέτες, μαντίλια, όλα για τους μαστόρους
που τα
μοιράζονταν μεταξύ τους.
ΤΑ
«ΚΟΥΔΑΡΙΤΙΚΑ»
Ένα πολύ ιδιαίτερο στοιχείο των μαστόρων
ήταν η μυστική, συνθηματική γλώσσα την οποία έφτιαχναν, χρησιμοποιούσαν
μεταξύ
τους και μετέδιδαν από γενιά σε γενιά. Η αιτία αυτού του τρόπου
επικοινωνίας
ανάγεται στην φτώχεια και την ανάγκη των ανθρώπων αυτών να εξασφαλίσουν
τα
απαραίτητα για την επιβίωση της οικογένειας μέσα σε μικρό χρονικό
διάστημα και
κάτω από δύσκολες συνθήκες. Η εργασία τους αποτελούσε το μοναδικό μέσο
συντήρησης των οικογενειών τους, συνεπώς η τέχνη τους έπρεπε να
προστατευθεί,
να παραμείνει ανάμεσα στην ομάδα. Η επαγγελματική γλώσσα
δικαιολογεί και την
εξειδίκευση ενός ολόκληρου χωριού στο επάγγελμα του μάστορα.
μάνο = ψωμί,
οξιά = νερό,
τσέτσο = κρέας,
μοχός = άνδρας,
μοχούσες = γυναίκες,
αγκίδες = τα κορίτσια
πραχάλα = η εργασία,
κούφιος = το σπίτι,
δικρανάς = ο
δάσκαλος,
Θα
μας πραχαλίσ' η αγγίδα ζούμπινα = θα μας
φτιάξει η
κοπέλα πίτα
Η ανάγκη
λοιπόν των μαστόρων να
επικοινωνούν μυστικά μεταξύ τους, δίχως να επιτρέπουν σε κάποιον έξω
από το
συνάφι να διεισδύσει στα μυστικά της δουλειάς τους οδήγησε στη
δημιουργία
συντεχνιακών διαλέκτων.
|
|
|
|
Οι
σημαντικότεροι τεχνίτες και λαξευτές της
πέτρας από το χωριό μας, από το 1840-1940 και τα έργα τους που σώζονται
μέχρι
σήμερα ήταν οι:
Γεώργιος Μεσίκας. Στον
Νομό Κοζάνης, έχτισε το διδακτήριο και
το ισόγειο του νέου οικοτροφείου Τσοτυλίου. Έχτισε τα
δημοτικά σχολεία της Απιδέας Βοίου, του
Τρανόβαλτου και
Μικρόβαλτου Σερβίων, τα προπύλαια των διδακτηρίων της Χρυσαυγής Βοίου.
Στο Νομό
Γρεβενών, έχτισε τις εκκλησίες των Κυδωνιών, της Αβδέλλας, και της
Κυρακαλής,
τα σχολεία του Περιβολίου, του Μεσολάκου, του Κοσματίου, της Αβδέλλας,
του
Παλαιοχωρίου και των Πριονίων.
Χριστόδουλος
Τόλιος. Κατασκεύασε
τη λαξευτή σκάλα του ανεβαίνει
στη μονή της Μεταμόρφωσης των Μετεώρων. Με τη χρήση κρεμαστής σκάλας
στο ίδιο
μοναστήρι, αναστήλωσε και ανακαίνισε πολλά από τα κτίριά του. Επίσης
αρμολόγησε
την εξωτερική επιφάνεια του πύργου, ύψους είκοσι πέντε μέτρων. Στο
υπέρθυρο της
εισόδου του μοναστηριού υπάρχει μπρούτζινη επιγραφή με το όνομά του.
Στέργιος
Λάζος. Κατασκεύασε
τη γέφυρα Μοναχιτίου.
Πέτρος Λάζος. Έστησε
το γεφύρι στη Βουχωρίνα Βοίου.
Απόστολος
Τόλιος. Κατασκεύασε
την εκκλησία του Αγίου Νικάνορα
στη Ζάβορδα και το κωδωνοστάσιο στην εκκλησία του Προσβόρου.
Γρηγόριος
Σιώμος. Έργο
του είναι η τοξωτή γέφυρα προς
το
Πρόσβορο.
Δημήτριος
Μελτσάκος. Ο
παλαιότερος όλων
των μαστόρων, που εργάσθηκε στην Κων/πολη, μαζί και με άλλους
χωριανούς.
ΓΕΩΡΓΙΟΣ
ΛΑΖΟΣ
(ΒΡΑΓΚΑΣ) (1867-1933)
(Το παρατσούκλι το
επώνυμο του, αλλά και των απογόνων του)
Ο
Γεώργιος Λάζος (Βράγκας) γεννήθηκε στον
Άγιο Κοσμά Γρεβενών στα 1867. Το παρατσούκλι Βράγκας του το κόλλησε ο
συνομήλικος του Παναγιώτης Τόλιος. Όπως ξέρουμε, στα χωριά μας δεν
είναι
δύσκολο να σου δώσουν κάποιο παρατσούκλι. Καθώς έβοσκαν τα πρόβατα ο
Παναγιώτης
και ο Γεώργιος, για να περάσουν την ώρα τους, πετούσαν μικρές πέτρες
και
διασκέδαζαν με το θόρυβο που έκαναν αυτές από βράχο σε βράχο μέχρι να
καταλήξουν στο βάθος του φαραγγιού.
Ο
Γεώργιος Λάζος υπερηφανευόταν ότι τα δικά του λιθάρια
«βραγκάλιζαν» πιο πολύ
απ’ όλους. Αυτό έφτανε για να του κολλήσει ο Παναγιώτης Τόλιος το
παρατσούκλι
«βράγκας». Έτσι του έμεινε το παρατσούκλι και όλοι μ’ αυτό
τον φώναζαν, με
αποτέλεσμα να μένει «Βράγκας». Σε ελάχιστους είναι γνωστός
με το πραγματικό του
όνομα Γεώργιος Λάζος. Το παρατσούκλι έγινε επίθετο, που κληρονόμησαν
και οι
απόγονοί του, μέχρι σήμερα. Γράμματα
δεν γνώριζε, δεν πήγε σχολείο. Μόνος του κατάφερε να μάθει
κάποια στοιχειώδη ανάγνωση, γραφή και να εκτελεί απλές αριθμητικές
πράζεις.
Ακολούθησε τους συγχωριανούς του μαστόρους από τα δεκατρία του χρόνια
μαθητευόμενος και στη συνέχεια έγινε χτίστης και μετά πελεκάνος. Αργότερα
δημιούργησε τη δική του
«παρέα» και εργάσθηκε στα Τρίκαλα
Θεσσαλίας, στη Βοιωτία και στο Άγιο Όρος. Τα περισσότερα χρόνια της
ζωής του
όμως τα πέρασε εργαζόμενος στις περιοχές των Γρεβενών και του Βοίου. Μικρόσωμος, λιπόσαρκος, χέρια μικρά, μύτη
γαμψή, ηλιοκαμένη φαλάκρα,
καγκελωτό προς τα κάτω μουστάκι με «γουρνοτσάρουχα» και τα
φαρδιά της εποχής
ρούχα, δεν του είχε κανείς εμπιστοσύνη για την μαστοριά του εκ πρώτης
όψεως,
αλλά μιλούσε και έπραττε με την ψυχή και τη φαντασία του, αφήνοντας
όλους
άφωνους με το αποτέλεσμα. Είναι αξιοπρόσεκτο πως όλα του τα
γλυπτά,
έχουν σαν βάση λιοντάρια. Ίσως
η ασυνείδητη έκφραση και εξωτερίκευση του δυναμισμού που έκρυβε μέσα
του ο
καχεκτικός αυτός καλλιτέχνης. Έζησε φτωχός και πέθανε
φτωχός τον Ιανουάριο του 1933 σε ηλικία 66
χρονών, αφού δούλευε μόνο για «τον επιούσιο» και μάλλον για
την αγάπη που είχε
στη αξεπέραστη τέχνη του.
Τα
έργα του κάλφα Γεωργίου
Βράγκα που καταγράψαμε:
Ιεροί
Ναοί: Ο
Ναός της Κοίμησης της Θεοτόκου Λούβρης Τσοτυλίου, ο
Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, στο χωριό
Ευαγγελισμός Ελασσόνας, Εισοδίων της
Θεοτόκου και Αγίου Αθανασίου
Ελάτου, η Κοίμηση της Θεοτόκου των Πυλωρών, του Ναού Αγίου Δημητρίου
Κορυφής,
Κοίμηση της Θεοτόκου Τρικόρφου, τα πελεκητά μέρη μέχρι τη βάση του ναού
Ευαγγελιστρίας Γρεβενών.
Όλοι
οι ναοί είναι τρίκλητες βασιλικές, με πέτρα πελεκητή και προεξέχοντα
μεγάλα
αγκωνάρια, με σκεπή σαμαρωτή χωρίς τρούλο (εξαίρεση ο Ναός της
Ευαγγελίστριας
Ελασσόνας που έχει τρούλο), με παραστάσεις και υπέρθυρα στις εισόδους
που είναι
μονοκόμματα και διακοσμημένα.
Μονοκόμματα
λίθινα εικονοστάσια: Το
εικονοστάσι του Αγίου Γεωργίου
Κυπαρισσίου Γρεβενών, της Κοίμησης της Θεοτόκου Χρυσαυγής Βοίου, του
Αγίου
Ιωάννη Αγίου Κοσμά Γρεβενών, και τα τρία εικονοστάσια έχουν στη βάση
ολόσωμα
λιοντάρια.
Λιθανάγλυφα
υπέρθυρα: Το
σκαλιστό υπέρθυρο στα Εισόδια της Θεοτόκου, στο χωριό Εκκλησίες, η
εικόνα
της Παναγίας της Βρεφοκρατούσας στον
Ιερό Ναό της Παναγίας στο Τρίκορφο Γρεβενών, η φυτική κόσμηση, ο
Σταυρός και
την επιγραφή στον Ιερό Ναό της Λούβρης Τσοτιλίου, η εικόνα του
Αρχάγγελου
Γαβριήλ στην είσοδο του κοιμητηρίου της Χρυσαυγής Βοίου.
Μονοκόμματα
λίθινα μανουάλια: Στον ναό του Αγίου Δημητρίου Κορυφής
Βοίου
και του Αγίου Αθανασίου Αγίου Κοσμά Γρεβενών.
Κωδωνοστάσια: Στο
Ναό Αγίου Νικολάου Δασυλλίου Γρεβενών,
της Αγίας Παρασκευής Ροδοχωρίου Κοζάνης και Αγίου Γεωργίου Κυπαρισσίου
Γρεβενών.
Δημοτικά
σχολεία: Τρικώμου,
Σπηλαίου, Οροπεδίου,
Συδένδρου, Κηπουριού και τα προπύλαια του σχολείου Κορυφής
Κοζάνης.
Πέτρινα
τοξωτά γεφύρια: Αγίου
Κοσμά-Κυπαρισσίου (Παπατάκη) και
Μόρφης-Χρυσαυγής (Βοίου).
Έκανε
επίσης, εντοιχισμένες παραστάσεις σε
σπίτια, εξωτερικές και εσωτερικές.
Τον τάφο
και την προτομή του άτυχου νέου
Βασίλη Γκισάκη στη θέση Καστελάνος (σύνορα
Καλλονής-Κυπαρισσίου-Προσβόρου και
Μεγάρου).
Τις
κολώνες της βρύσης στην πλατεία των
Κυδωνιών Γρεβενών, καθώς τζάκια και τζακόπετρες σε πολλά σπίτια της
περιοχής
μας.
|
|
|